air/eə,English → Greekshobdo_bi_en_gb_el_gr_026kn1οαέρας,οn2το((manner)) ύφος,τοvt1αερίζωvt2((views)) εκθέτωnοκλιματισμός,οnηΑεροπορία,ηnηαεροσυνοδός,ηn1τοαεροπορικό ταχυδρομείο,τοn2αεροπορικώςn3είμαι στον αέρα